Π1: Hondos center
Εχτές μετά τη δουλειά πέρασα από το Hondos στην Ερμού γιατί με τράβηξε το 50% στην ένδυση που έγραφε απ’ έξω. Δεν πήρα κάτι τελικά γιατί ότι μου άρεσε ήταν αρκετά ακριβό για να το πάρω. Κατεβαίνοντας έριξα μια ματιά στο ρολόγια. Καθώς κοιτούσα το stand της swatch και ο καλός μου της CK η πωλήτρια που ήταν εκεί κοντά κουβέντιαζε με κάποιους συναδέλφους –δεν τους κοίταξα- προσπαθώντας να αποσπάσει κανένα κουτσομπολιό. Την άκουγε πραγματικά όλος ο όροφος. Πηγαίνω προς τον καλό μου να δω αν βρήκε κάτι και ενώ κοιτάμε αρκετή ώρα ένα συγκεκριμένο stand - κλειδωμένη βιτρίνα για την ακρίβεια – δεν πλησιάζει κανείς να ρωτήσει να θέλουμε κάτι. Τελικά ρωτάμε την κοπέλα, αφού έχει τελειώσει με τη συζήτηση και φωνάζει κάποια άλλη για να ξεκλειδώσει και να μας δείξει τα ρολόγια και τις τιμές του. Ύφος τόσο αδιάφορο όσο του ιπποπόταμου που νιώθει στο δέρμα του μύγες. Ξέρω είναι Αύγουστος στην Ερμού. Και δεν ήθελα να μου κάνουν και τεμενάδες, αλλά μια απλή και ειλικρινής επικοινωνία. Π.χ. γεια σας; Τι θα θέλατε; Τι δε σας αρέσει σε αυτό το ρολόι; Θέλετε να δείτε το άλλο; Έτσι για να σπάει η μονοτονία.
Π2: το ριχτάρι
Στη Μητροπόλεως εδώ και λίγο καιρό έχει ανοίξει ένα νέο μαγαζί με ριχτάρια, μαξιλαράκια και άλλα τέτοια πράγματα για το σπίτι. Για ένα περίεργο λόγο ποτέ δεν το πετύχαινα ανοικτό, ενώ λιγουρευόμουν τα προϊόντα του. Εχτές τα κατάφερα. Μπήκαμε μέσα. Πωλήτρια κυρία με το όλα της και άψογο στυλ. Το μαγαζί θα έπρεπε να είναι στο Κολωνάκι και όχι στην κλεισούρα της Μητροπόλεως προφανώς. Της λέμε τι θέλουμε και ενώ το μαγαζί έχει τεράστια ποικιλία μας δείχνει δύο συγκεκριμένα ριχτάρια. Ευτυχώς το ένα μας άρεσε πολύ, αλλά η αλήθεια είναι ότι θα ήθελα να δω και άλλα πράγματα στο μαγαζί. Τη ρωτήσαμε για μαξιλαράκι και όταν τις εξήγησα ότι αυτό που είναι ασορτί με το ριχτάρι που πήραμε είναι μικρό γι’ αυτά που έχουμε δε μου έκανε καμία άλλη πρόταση. Δε μου έδωσε καμία εναλλακτική λύση. Βγήκα με μια απορία, τι της είχα κάνει και δε με ήθελε ως πελάτη.
Π3: στη γειτονιά
Εχτές λοιπόν το απόγευμα αποφάσισα να ράψω. Δηλαδή να διορθώσω ένα στρίφωμα του καλού μου που το χα κάνει κάπως κοντό και να φτιάξω και ένα δικό μου παντελόνι που είχα πάρει εδώ και πολύ καιρό και ακόμη να το συμμαζέψω. Στις 8:45 αντιλαμβάνομαι ότι για το δικό μου παντελόνι δεν έχω την κλωστή που θέλω και πετάγομαι στο Σαββίδη. Ο Σαββίδης είναι ένα μαγαζάκι στον κεντρικό δρόμο της γειτονιάς ατελείωτα χρόνια. Θυμάμαι να πηγαίνω εκεί από παιδί με τη μαμά για να πάρει κλωστές ή ό,τι άλλο περίεργο μπορεί να χρειαζόταν για αυτά που έκανε. Κάτι πραγματάκια που τα έλεγαν κόπιτσες πχ, ή ριζόχαρτο. Γενικά αυτό το μαγαζί είχε μέσα τα πάντα. Κλωστές, κουμπιά, κορδέλες, δαντέλες, φερμουάρ, πλαστικά βραχιολάκια (τεράστιος πειρασμός για μένα τότε) πλαστικά πιστολάκια και αυτοκινητάκια, ρολογάκια, δαχτυλιδάκια, στρατιωτάκια, μεζούρες, εισιτήρια για το λεωφορείο, τηλέφωνο για το κοινό, τηλεκάρτες και πολλά πολλά άλλα. Είχε ένα πάγκο με τζάμι που είχε μέσα ό,τι μπορούσε να με δελεάσει και ράφια πίσω και δεξιά που ξεκινούσαν από το πάτωμα και έφταναν μέχρι το ταβάνι. Γεμάτα κουτιά. Έτσι όταν ζητούσες κάτι από το ηλικιωμένο ζευγάρι που το είχε, τον κ. και την κ. Σαββίδη, χανόντουσαν μέσα στα ράφια και σε απίστευτο χρόνο μας έφερναν ένα από τα κουτιά για να πάρουμε αυτό που θέλαμε. Όταν έγινα φοιτήτρια πια και πήγαινα για να πάρω ό,τι χρειαζόταν η γιαγιά μου, γνώρισα και την κόρη τους. Μια ψηλή, σαραντάρα τότε, το ίδιο ευγενική κυρία, ολόιδια η μάνα, με το ύψος του πατέρα και βαμμένο ξανθό μαλλί. Εχτές λοιπόν τελευταία στιγμή ίσα που τους πρόλαβα ανοιχτούς. Μπήκα μέσα και βλέπω πίσω από τον πάγκο κοπέλα με κατάμαυρο μαλλί μακρύ και πλούσιο, μεγάλα όμορφα μάτια και χαμόγελο μα με υποδέχεται. Πρέπει να ήταν λίγο πιο μικρή από μένα σε ηλικία. Τις δείχνω το ύφασμα ενώ ταυτόχρονα σκέφτομαι ότι είναι εγγονή τους και θέλω να ρωτήσω τι κάνουν οι παππούδες της. Εκείνη τη στιγμή γυρνάω να χαζέψω το μαγαζί στον ελάχιστο χώρο που υπάρχει διαθέσιμος για τον πελάτη και βλέπω τη μητέρα της με το ξανθό μαλλί της ακόμη βαμμένο και μαυροφορεμένη. Πάνω κάτω. Μάτια θλιμμένα. Κατάπια τη γλώσσα μου και δε ρώτησα. Η κοπέλα μέχρι να γυρίσω από την άλλη είχε φέρει το γνωστό κουτί να διαλέξω ανάμεσα σε δύο αποχρώσεις που αλίμονο αν καταλάβαινα να έχουν διαφορά. Πήρα το ένα και έφυγα.
Βλέπω λοιπόν ότι τα μεγάλα εμπορικά καταστήματα έχουν σταματήσει να με τραβάνε. Μπορεί να πηγαίνω εκεί αλλά με συγκεκριμένο σκοπό. Για να βρω κάτι που ξέρω ότι δεν υπάρχει αλλού. Κατά τα άλλα δε μου προσφέρουν ούτε περισσότερη ποικιλία, ούτε καλύτερες τιμές, ούτε εξυπηρέτηση. Και με κουράζουν πολύ. Τα συνοικιακά καταστήματα έχουν πλεονεκτήματα που μπορούν να αξιοποιήσουν. Αρκεί να ποντάρουν σε αυτά. Εγώ είμαι σταθερά υπέρ της τοπικής αγοράς.
Γυαλιά και φακούς ψωνίζω ακόμη από ένα κατάστημα του χωριού μου και δεν το αλλάζω, γιατί ξέρω πως ότι και να ζητήσω θα μου δώσει πραγματικά το καλύτερο και θα μου ταιριάζει.

